Μέγαρο Μαξίμου
  Ηρώδου Αττικού 19
  TK: 106 74 Αθήνα

  Τηλ: 210-33 85 241-244
  Φαξ: 210-33 85 274

  E-mail: ypep@primeminister.gr

 

Κυρίες και κύριοι,

 Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή η ευκαιρία που μου δίδεται να σας εκθέσω τις απόψεις μας, τις απόψεις της ελληνικής κυβέρνησης, σχετικά με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας και η ήπειρός μας τα τελευταία πέντε χρόνια στα πλαίσια του Συνεδρίου που διοργανώνεται από τον Economist.
 Και εκτός από τιμή είναι και χαρά διότι ο τίτλος υπό τον οποίο διεξάγονται οι διήμερες εργασίες της Στρογγυλής Τραπέζης έρχεται να διαλύσει μια σειρά από στερεότυπα και μύθους περί ελληνικής ιδιαιτερότητας, περί ελληνικού προβλήματος, τους οποίους από την πλευρά μας είχαμε από την πρώτη στιγμή της οικονομικής κρίσης απορρίψει.
 Η άμεση σύνδεση της επιστροφής της Ευρώπης, με τη σταθερότητα και την ανάκαμψη της Ελλάδας αποτελεί μια ακόμα επιβεβαίωση της ανάλυσης και των θέσεων της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης περί ευρωπαϊκού προβλήματος το οποίο μεταξύ άλλων αντανακλάται και στην Ελλάδα.
 Πράγματι, όλοι γνωρίζουμε πως η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 μεταδόθηκε ραγδαία από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη λόγω της έκθεσης των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών σε τοξικά, σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα υψηλού κινδύνου.
 Ενώπιον των δραματικών εξελίξεων που λάμβαναν χώρα στη μητρόπολη του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, οι ηγέτες της Ευρωζώνης, του G7, και του G20 δεσμεύτηκαν το φθινόπωρο του 2008 να χαλιναγωγήσουν την ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και να αυστηροποιήσουν το ρυθμιστικό πλαίσιο που το διέπει. Ωστόσο, δεν τήρησαν παρά μόνο σε πολύ μικρό βαθμό τη δέσμευσή τους εκείνη. Αντίθετα, επέλεξαν να διασώσουν τα εκτεθειμένα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με δημόσιους πόρους, πράγμα το οποίο είχε ως συνέπεια να διογκωθεί παντού το δημόσιο χρέος.
 Οι ευρωπαίικές ηγεσίες, συνηθισμένες στην ομαλή πρώτη 7ετία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη κατάσταση και εν τω γίγνεσθαί της επιχειρούσαν να διαμορφώσουν μια αμυντική στρατηγική για την αποτροπή μιας βαθιάς ύφεσης ανάλογης με το κραχ του 1929, επιλέγοντας τη λιτότητα με την ευφημιστική μετωνυμία «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική ισορροπία». Κατά αυτό τον τρόπο η κρίση ανέδειξε την ατελή αρχιτεκτονική της ευρωζώνης και την αδυναμία της στην αντιμετώπιση των κρίσεων.
 Ο αποκλειστικός καταστατικός στόχος της διατήρησης του πληθωρισμού στα επίπεδα του 2% περιόριζε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε αποσπασματικές και κατά περίπτωση παρεμβάσεις μέχρι σήμερα.
 Η επίμονη παρουσία του αποπληθωρισμού όμως ανάγκασε τους ιθύνοντες να ξεκινήσουν έστω και τώρα ένα ευρύ πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ύψους 60 δισεκατομμυρίων ευρώ το μήνα, τη στιγμή που οι ΗΠΑ το εφάρμοσαν εγκαίρως και σε 3 δόσεις, συγκράτησαν την ύφεση και την ανεργία στην οικονομία τους και πλέον αναπτύσσονται κανονικά.
 Η αβεβαιότητα που προκλήθηκε από την αδυναμία ή και απροθυμία να ληφθούν άμεσα ευρωπαϊκά μέτρα για την ανάσχεση τη κρίσης και της ύφεσης κλόνισε την εμπιστοσύνη των αγορών με αποτέλεσμα η τραπεζική κρίση να μετατραπεί σε κρίση δημοσίου χρέους για μια σειρά από εκτεθειμένες δημοσιονομικά χώρες, όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία ενώ η επέκταση της έφερε αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να παρασυρθούν και πολύ σημαντικές ευρωπαϊκές οικονομίες όπως η Ιταλία.
 Μπροστά στους κοινούς κινδύνους που όφειλαν να αντιμετωπίσουν από κοινού οι ευρωπαϊκές οικονομίες και συνολικά το οικοδόμημα της Ενωμένης Ευρώπης, αντί για μια ενιαία και αλληλέγγυα στάση επικράτησαν δυστυχώς ηθικολογικά στερεότυπα που δίχασαν την ευρωζώνη σε ενάρετους πλεονασματικούς Βόρειους και ασύδοτους ελλειμματικούς Νότιους και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες επέμειναν σε στις πολιτικές λιτότητας, που θίγουν πρωτίστως τους πιο αδύναμους των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
 Η πολιτική αυτή επιλογή και η επιμονή στην απόρριψη κάθε εναλλακτικής ως ανεδαφικής οδηγούν στην πολιτική αποξένωση μεγάλων μερίδων των ευρωπαίων πολιτών, διαρρηγνύουν την κοινωνική συνοχή, απονευρώνουν την διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ενισχύουν τις εθνοκεντρικές ανταγωνιστικές θεωρήσεις, τον ευρωσκεπτικισμό και την ξενοφοβία. Το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης, η σύγκλιση μεταξύ των κρατών μελών και η κοινωνική συνοχή εντός των κρατών μελών, ξεθωριάζει.
 Ως αποκλειστική μέθοδος προκειμένου να επιστρέψει στην Ευρώπη η κατά Κρούγκμαν «νεράιδα της εμπιστοσύνης», να μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού και να αποκατασταθεί άμεσα η δημοσιονομική ισορροπία προκρίθηκε η μέθοδος της επεκτατικής λιτότητας, όπως χαρακτηρίστηκε, και συνδυάστηκε με το εργαλείο της εσωτερικής υποτίμησης μισθών και τιμών στην εργασία και τα προϊόντα με διακηρυγμένο στόχο να διορθωθούν οι ανισορροπίες στα ισοζύγια πληρωμών και να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα.
 Οι επιλογές αυτές αποκρυσταλλώθηκαν με διάφορες παραλλαγές στα γνωστά μας μνημόνια και συνδυάστηκαν με εκτεταμένα προγράμματα δανειοδότησης όπως στην Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα, και την Κύπρο ή σε ευρείας κλίμακας μεταρρυθμιστικά, διαρθρωτικά και δημοσιονομικά προγράμματα για χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία ενώ πιέσεις ασκούνται ακόμη και στη Γαλλία.    Θυμόμαστε το εξώφυλλο του Economist με τις γαλλικές μπαγκέτες δεμένες σε σχήμα δυναμίτη και τίτλο «η ωρολογιακή βόμβα στην καρδιά της Ευρωζώνης»!
 Παρότι προβλέπεται μια αναιμική ανάκαμψη για τις οικονομίες της Ευρωζώνης 1 με 1,5%, η ανεργία έχει αυξηθεί για όλες τις κατηγορίες εργαζομένων και το δημόσιο χρέος βρίσκεται σήμερα στο 95% κατά μέσο όρο από το 65% του ΑΕΠ το 2007 και το καθοδικό σπιράλ αποπληθωρισμού και ύφεσης χρέους διατηρείται.
 Συνεπώς η λιτότητα δεν μπορεί να μειώσει το χρέος αλλά αντίθετα βυθίζει τις χώρες πιο βαθιά σε αυτό.
 Στο πλαίσιο αυτής της ευρωπαϊκής πορείας το αποτέλεσμα των πρόσφατων ελληνικών εκλογών αποτέλεσε τομή. Ο ελληνικός λαός διεμήνυσε με την ψήφο του ότι η πορεία αυτή δε μπορεί να συνεχιστεί και πως οι εναλλακτικές πρέπει να αναζητηθούν μαζί με τους εταίρους, εντολή την οποία η ελληνική κυβέρνηση υλοποιεί με όλες της τις προσπάθειες και καλή πίστη.
Κυρίες και κύριοι,
 Είναι γνωστό πως οι μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η χώρα μας οφείλονται στο συγχρονισμό όλων των ειδών κρίσεων: δημοσιονομικής, τραπεζικής, και ανταγωνιστικότητας.
 Εξίσου γνωστό είναι ωστόσο πως το πρόγραμμα που επιλέχτηκε υπονόμευσε τις προοπτικές ανάπτυξης, και έβαλε την ελληνική οικονομία σε ένα μεγάλο κύκλο αποανάπτυξης.
 Έπληξε με ασύμμετρο τρόπο τις αδύναμες κοινωνικές ομάδες προς όφελος των προστατευμένων, από τις μνημονιακές πολιτικές, ελίτ.
 Σύμφωνα με τη μελέτη των κυρίων Γιαννίτση και Ζωγραφάκη, η συνολική φορολογική επιβάρυνση – εισοδήματος και ακινήτων – αυξήθηκε κατά 337% για τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις και μόλις 9% για τις ανώτερες. Αν εστιάσουμε στο σκέλος των άμεσων φόρων εισοδήματος τα ποσοστά γίνονται 126% για τα φτωχότερα στρώματα και -9% για τα υψηλότερα καθώς “πολλά πλούσια νοικοκυριά έχουν την ικανότητα να παρουσιάζονται ως φτωχά όταν πρόκειται να φορολογηθούν”.
 Το εθνικό εισόδημα μειώθηκε κατά 25% και το μέσο ατομικό εισόδημα συρρικνώθηκε κατά 40%. Η ανεργία εκτοξεύτηκε στο 27% για το σύνολο του πληθυσμού ενώ ξεπέρασε το 60% στους νέους, φτάνοντας σε απαράδεκτα – όπως έχουν χαρακτηριστεί από ευρωπαίους ηγέτες – επίπεδα. Οι επενδύσεις και η κατανάλωση του κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 46%. Η δημοσία υγεία και εκπαίδευση υποβαθμίστηκαν δραματικά.
 Το 60% του πληθυσμού ζει στα όρια της φτώχειας ενώ την ίδια στιγμή 505 οικογένειες συγκεντρώνουν πλούτο ύψους 60 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η ακραία φτώχεια εκτινάχθηκε από το 2% που βρισκόταν το 2009 στο 14% το 2013.
 Το 2013 κατεγράφη, σύμφωνα με την έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, ο υψηλότερος ρυθμός μείωσης των μισθών κατά την τελευταία 4ετία, με αποτέλεσμα η τελική μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος να ξεπερνά τη μείωση που πρόβλεπε το Δεύτερο Μνημόνιο στην τριετία 2012-2014, και από 15% να φτάσει στο 22%.
 Αυτή η μείωση, ωστόσο, αντισταθμίστηκε από την αύξηση των τιμών των εισαγομένων πρώτων υλών, της ενέργειας, των τραπεζικών επιτοκίων και τη φορολογική επιβάρυνση. Έτσι, η χώρα μας, με κριτήριο τη «συνολική ανταγωνιστικότητα» κατατάσσεται στην τελευταία θέση ανάμεσα στα ανεπτυγμένα κράτη. (Παγκόσμιος δείκτης ανταγνωνιστικότητας του Παγκόσμιου οικονομικού φόρουμ)
Συνεπώς, μόνο πενιχρά μπορούν να χαρακτηριστούν τα αποτελέσματα των μέχρι σήμερα προγραμμάτων σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
 Αυτό θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο. Η βελτίωση της θέσης μιας χώρας στο δείκτη ανταγωνιστικότητας
 Η όποια βελτίωση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών οφείλεται στη μείωση των εισαγωγών λόγω κατάρρευσης της ζήτησης κι όχι στην αύξηση των εξαγωγών και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας που αποτελούσε το στόχο. Εξάλλου, η συμπίεση του μισθολογικού κόστους αύξησε σε πολλές περιπτώσεις τα περιθώρια κέρδους διευρύνοντας περεταίρω τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες.
 Ύστερα από 5 χρόνια εφαρμογής του παραπάνω μίγματος οικονομικής πολιτικής τα συμπεράσματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Δε μπορεί κανείς, νομίζω, να αρνηθεί ότι παρά τις διορθώσεις στο εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και την τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή, κατά την υλοποίηση των μνημονικών προγραμμάτων η χώρα μας κατέστη φτωχότερη, πιο αδύναμη με λιγότερες υποδομές και εκτός αγορών, και εγκλωβίστηκε σε μία οικονομική καχεξία χωρίς προοπτική ανάπτυξης. Οι μυωπικές απαιτήσεις για την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 4% μέχρι το 2020 και 7% μέχρι το 2030 ώστε να καταστεί ο εφικτός ο στόχος του 60% του ΑΕΠ σύμφωνα με τον σχεδιασμό, μετατράπηκαν σε παγίδα φτώχιας, εξάρτησης και υπανάπτυξης.
 Όχι εύκολα, αλλά πιστεύουμε ότι θα το πετύχουμε, αυτοί οι στόχοι θα εγκαταλειφθούν.
 Για τους ίδιους λόγους η σύγκριση που επιχειρείται συχνά με τις άλλες χώρες που βρίσκονται σε προγράμματα προσαρμογής και η διάκριση σε καλούς και κακούς μαθητές είναι παραπειστική.
 Το δημόσιο χρέος όλων των χωρών που βρέθηκαν σε πρόγραμμα αυξήθηκε και η ανεργία τους παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
 Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να ξεφεύγει από κανενός το μυαλό, ότι η Ελλάδα είχε το βίαιο πρόγραμμα προσαρμογής από τις ευρωπαικές χώρες.
 Εξάλλου, όπως τονίζει μελέτη της Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
• Οι αγορές εστίασαν στην Ελλάδα ως πηγή αβεβαιότητας, επιτρέποντας στις άλλες χώρες να κερδίσουν την εμπιστοσύνη σταδιακά.
• Έγιναν λάθη στην εφαρμογή και στις εκτιμήσεις για την αποδοτικότητα των μεταρρυθμίσεων και των μέτρων, και τη διάρκεια των αρνητικών επιπτώσεών τους όπως για παράδειγμα στους γνωστούς πολλαπλασιαστές.
• Η διαρκής φιλολογία γύρω από την υποτιθέμενη έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ εμπόδισε τους επενδυτές να τοποθετήσουν μακροπρόθεσμα κεφάλαια στην Ελλάδα ώστε να αναχαιτιστεί η ύφεση.
 Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι ειδικά αυτή την ώρα, δεν βοηθά καθόλου εάν ορισμένοι ακράιοι κύκλοι στη Γερμανία, όχι γύρω από τη Καγκελαρία, διακινούν τέτοιου είδους σενάρια.
 Θα ήθελα επίσης να πω, ότι η Ελλάδα έχει προσέλθει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης αποδεδειγμένα με διάθεση για την εξεύρεση λύσης. Αυτό που δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει, είναι να αρχίσουμε όλοι να υποκρινόμαστε ότι το πρόγραμμα που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα ήταν επιτυχές. Να ζητήσουν κάποιοι από την Ελλάδα να εφαρμόσει το πρόηγούμενο πρόγραμμα. Να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος διότι κάποιοι αδυνατούν να τα παραδεχτούν.
 Η πρόοδος των συνομιλιών σας βεβαιώνω ότι δεν ταυτίζεται ως όρος με το βαθμό συμφωνίας της Ελληνικής κυβέρνησης με τα λάθη του προηγούμενου προγράμματος.
Οι κριτικές και η αμφισβήτηση στην συνταγή που εφαρμόστηκε πληθαίνουν και προέρχονται πια όχι μόνο από την κοινωνία και τις κοινωνικές ομάδες που σήκωσαν το βάρος της προσαρμογής αλλά κι από τους ίδιους τους φορείς αυτών των πολιτικών που τις εμπνεύστηκαν και τις υπερασπίστηκαν το προηγούμενο διάστημα όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς επίσης και από τo συντηρητικό τύπο.
Τον κώδωνα του κινδύνου για τα αδιέξοδα των πολιτικών λιτότητας στην Ελλάδα και την Ευρώπη κρούει ο ΟΟΣΑ, ενώ οι αναδυόμενες οικονομίες των BRICS διαφοροποιούν τη στρατηγική τους και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες όπως η ίδρυση Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Είναι σαφές ότι με χαμηλές εξαγωγές, χαμηλά εισοδήματα και χαμηλές παραγόμενες προστιθέμενες αξίες δε μπορεί να επιτευχθεί σημαντική και βιώσιμη οικονομική μεγέθυνση και άρα το χρέος δε μπορεί να καταστεί βιώσιμο.
Η πορεία διεξόδου της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί παρά να περνά μέσα από τις επενδύσεις, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής και μια πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση.
Τα τελευταία χρόνια η στόχευση επικεντρωνόταν στη λιτότητα για να επιτευχθούν οι στόχοι του προγράμματος ενώ οι όποιες μεταρρυθμίσεις προχώρησαν ρητορικά και όχι ουσιαστικά, επιβλήθηκαν εκ των άνω και εξω-πολιτικά.
Γίναμε μάρτυρες, μάλιστα, επανειλημμένων εκβιασμών από την πλευρά της τότε «τρόικα», ακούσαμε πολλές φορές ότι εάν δεν μειωθούν συντάξεις, εάν δεν μειωθούν μισθοί, εάν δεν γίνουν απολύσεις, δεν θα δοθούν οι δόσεις. Δεν είδαμε, όμως ποτέ κάποιο αντίστοιχο τελεσίγραφο σχετικά με την υλοποίηση δομικών μεταρρυθμίσεων, σχετικά με την κατάργηση των καρτέλ, των ολιγοπωλίων, και των τριγωνικών συναλλαγών που δίνουν τη δυνατότητα μεγάλης φοροδιαφυγής σε εταιρικούς ομίλους, ως προϋπόθεση για να εκταμιευθούν χρήματα στην Ελλάδα.
Και ασφαλώς η φοροδιαφυγή έχει αποτελέσει βασική πηγή ανισότητας και έλλειψης δημοσιονομικής ισορροπίας. Το χάσμα εσόδων - εξόδων της κυβέρνησης ήταν 8% του ΑΕΠ την περίοδο 1994-2008. Αθροίζοντας για την 15ετία είναι εύκολο να δειχθεί ότι ισοδυναμεί με το 120% του ΑΕΠ.
Αναμφίβολα η Ελλάδα χρειάζεται βαθιές μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό σύστημα, στη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, την πάταξη της διαφθοράς, την προώθηση της έρευνας και της καινοτόμου, μη κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας, στο άνοιγμα των κλειστών αγορών.
Με μοναδική μέριμνα τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, την αύξηση των φορολογικών συντελεστών και την περεταίρω αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, χωρίς δηλαδή αυτές τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και χωρίς βιώσιμη ανάπτυξη το όποιο πλεόνασμα είναι αναγκαστικά συγκυριακό και μακροπρόθεσμα μη βιώσιμο.
Κυρίες και κύριοι,
Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και ο σχηματισμός αυτής της κυβέρνησης είναι η δημοκρατική έκφραση του λαού μας για την ανάγκη αλλαγής των βασικών κατευθύνσεων της μονόπλευρης προσαρμογής και λιτότητας προς μια νέα, κοινωνικά δίκαιη συμφωνία με αναπτυξιακό πρόσημο.
Η επίτευξη μιας νέας συμφωνίας με τους εταίρους πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά και το βάθος μια συνολικής λύσης. Στο πλαίσιο αυτό ασφαλώς θα υπάρχει ένας ευέλικτος οδικός χάρτης βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στόχων.
Κεντρικά της στοιχεία θα είναι:
• Σε πρώτη φάση η εξασφάλιση των πόρων για τη δημιουργία ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, την αναστροφή της ύφεσης και την επιστροφή στην ανάπτυξη.
• Παράλληλα, θα μεριμνά για την μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους ώστε να αναθεωρηθούν προς τα κάτω τα προβλεπόμενα πρωτογενή πλεονάσματα και να καταστεί εφικτή η χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής, χωρίς νέα ελλείμματα.
• Θα είναι μια λύση με αιχμή την αύξηση της απασχόλησης. Που θα προωθεί στην πράξη τη γενική κατεύθυνση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της προσέλκυσης ξένων μακροπρόθεσμων ιδιωτικών κεφαλαίων και της επέκτασης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων.
Παρά τους εκατέρωθεν πολλές φορές μαξιμαλισμούς, που είναι αναμενόμενοι στην πορεία μιας διαπραγμάτευσης πολιτικά και ενδεχομένως και ιδεολογικά φορτισμένης, πιστεύουμε στην τελική επίτευξη μιας έντιμης συμφωνίας ως προϊόν σύνθεσης μεταξύ των θέσεων μας με αυτές των εταίρων μας.
Μιας συμφωνίας όμως που θα συνιστά λύση.
Όχι μιας επανάληψης των λαθών.
Αναζητούμε λοιπόν λύση και όχι απλώς συμφωνία.
Μια λύση η οποία θα επιτρέπει και θα ενσωματώνει ακόμη και πεδία διαφωνίας.
Η λύση για εμάς είναι ο στόχος που υπήρετούμε χωρίς μισόλογα και με καθαρές θέσεις. Μόνο έτσι θα βρεθεί ο απαραίτητος χρόνος για να αντιμετωπισθούν οι εσωτερικές αιτίες της κρίσης της ελληνικής κοινωνίας και να ανοίξει ο δρόμος για να ανατραπεί το καθεστώς της κλεπτοκρατίας, της διαφθοράς και της ανομίας.
Μόνο έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για μια σταθερή Ελλάδα η οποία είναι σε θέση να παράγει και να εμπορεύεται διεθνώς προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, να δημιουργεί απασχόληση και εισοδήματα για τους πολίτες της χωρίς αποκλεισμούς και να συμβάλλει στην επιστροφή της Ευρώπης, ως χώρου ευημερίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και αρμονικής συνεργασίας μεταξύ των λαών της.
Αγαπητοί φίλοι κα ιαγαπητές φίλες.
Εϊμαστε βέβαιοι ότι καθώς μπαίνουμε στην τελική φάση της διαπραγμάτευσης οι ακραίες φωνές που δεν επιθυμούν λύση θα βιώσουν την απομείωση του ειδικού τους βάρους.
Η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι έχει τη θεσμική ευελιξία αλλά και τη δυνατότητα συσσώρευσης εμπειρίας σε θεσμικό επίπεδο, έτσι ώστε να αποφύγει τα λάθη του παρελθόντος.
Είμαστε βέβαιοι ότι ο διπλός σεβασμός, ο σεβασμός στους κανόνες και ο σεβασμός στη δημοκρατία, θα καταστήσουν την Ενωμένη ευρώπη ένα ιστορικό στοίχημα επιτυχές και ότι η λύση που θα βρεθεί θα αποκαταστήσει όχι μόνο την τρωθείσα εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτό το ιστορικό στοίχημα, αλλά και τις δυνατότητες της Ελληνικής οικονομίας να επανέλθει στο δρόμο της ανάπτυξης και της απασχόλησης.

 docΚάντε λήψη της ομιλίας